ΩΡΙΩΝ - Το Δίκτυο των Κυνηγών
Πιστοποιητικά οικολογικών και αντικυνηγετικών φρονημάτων







Ταφόπλακα για το κυνήγι κάθε ψήφος κυνηγού στον ΣΥΡΙΖΑ
Ωρίων, το Δίκτυο των Κυνηγών
ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΗΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ
Αλέξανδρος Γκάσιος
Δασολόγος, MSc Διαχείριση Άγριας Πανίδας
Μέλος του Ωρίωνα
ΓΕΝΙΚΑ
  1. 220.000 είναι οι νόμιμοι κυνηγοί στην Ελλάδα.
  2. Η Κυνηγετική Περίοδος στην Ελλάδα διαρκεί από τις 20 Αυγούστου μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου γενικά και τροποποιείται ανά είδος με ανάλογους περιορισμούς.
  3. Από τα 442 είδη πτηνών που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα, επιτρέπεται η θήρα μόνο των 32.
  4. Από τα 116 είδη θηλαστικών που έχουν καταγραφεί στη χώρα, επιτρέπεται η θήρα των 5.
  5. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση για την Προστασία της Φύσης, κανένα από τα Ελληνικά θηρεύσιμα είδη δεν αποτέλεσε στο παρελθόν και δεν αποτελεί και σήμερα απειλούμενο είδος. Τα απειλούμενα είδη αντίθετα ουδέποτε κυνηγήθηκαν, παρόλα αυτά όμως κάποια απειλούνται με εξαφάνιση. Το κυνήγι επομένως δεν επηρεάζει τα σπάνια είδη και οι αιτίες για την πληθυσμιακή τους κατάσταση πρέπει να αναζητηθούν στην αγροτική και περιβαλλοντική πολιτική της χώρας.
  6. Το Ελληνικό Δημόσιο λαμβάνει κάθε χρόνο περίπου 13.000.000€ από τα τέλη για την ανανέωση των αδειών θήρας
  7. Τα έμμεσα έσοδα από το Φ.Π.Α. των προϊόντων και υπηρεσιών που χρησιμοποιούν οι κυνηγοί στην Ελλάδα εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 400.000.000 € με δεδομένο το γεγονός πως ο ετήσιος τζίρος που γίνεται και σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη θήρα ξεπερνά τα 2,5 δις ευρώ.
  8. Τα χρήματα αυτά ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για μελέτες των πληθυσμών των θηραμάτων, την εκπαίδευση – κατάρτιση των κυνηγών, τη θηροφύλαξη ή τη διαχείριση των θηραμάτων. Εντούτοις το κυνήγι απειλείται κάθε χρόνο με περιορισμούς ή και διακοπή λόγω ανεπάρκειας μελετών και διαχείρισης που αποτελούν συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση της πολιτείας.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΘΗΡΑΜΑΤΩΝ ΣΕ ΘΕΣΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
  1. Η καθ' ύλη αρμόδια Δασική Υπηρεσία δεν υλοποίησε τα τελευταία χρόνια κάποια δράση για τα θηράματα εκτός από απαγορεύσεις και περιορισμούς θήρας οι οποίες δεν τεκμηριώνονται επιστημονικά.
  2. Δεν αποτελεί προϋπόθεση οι υπεύθυνοι θήρας των δασαρχείων να γνωρίζουν τις στοιχειώδεις αρχές διαχείρισης θηραμάτων. Κατ' επέκταση δεν κατοχυρώνεται θεσμικά η άρτια κατάρτιση τους πάνω στο αντικείμενο με το οποίο είναι επιφορτισμένοι. Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους του Υπουργείου.
  3. Η πρωτοφανής εμπλοκή σε καθαρά πολιτικά θέματα συγκεκριμένων περιβαλλοντικών οργανώσεων και οι παρεμβάσεις τους στις αποφάσεις που λαμβάνονται για το περιβάλλον αποδεικνύει περίτρανα το κενό που υπάρχει σε πολιτική βούληση, γνώσεις, εξοπλισμό και προσωπικό των θεσμοθετημένων οργάνων να διαχειριστούν ορθολογικά το φυσικό περιβάλλον της χώρας.
  4. Δεν υπήρξε στο παρελθόν ουσιαστική πολιτική διαχείρισης των θηραμάτων και του φυσικού περιβάλλοντος ευρύτερα από τα αρμόδια Υπουργεία. Αντί αυτού όμως στο παρελθόν υπήρχε αγαστή συνεργασία των Δασικών Αρχών και των Κυνηγετικών Οργανώσεων με αποτέλεσμα οι ρυθμίσεις θήρας να εξασφαλίζουν την αειφορική κάρπωση των θηραμάτων.
  5. Επιχειρείται συστηματικά να ταυτιστεί η θήρα με τη λαθροθηρία λόγω ανεπάρκειας στην αντιμετώπιση της δεύτερης σε θεσμικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα όμως οι μόνοι που «κόπτωνται» για τη λαθροθηρία είναι οι νόμιμοι κυνηγοί γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα κονδύλια που δαπανώνται και κυρίως από τα αποτελέσματα του Σώματος της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής (700.000 έλεγχοι, 40.000 μηνύσεις, 5.000 καταδικαστικές αποφάσεις για λαθροθήρες)
  6. Παρόλα αυτά, η Πανελλήνια Ένωση Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων, προσέφυγε στο ΣτΕ για την Υπουργική Απόφαση που κατοχυρώνει τη λειτουργία και τη δράση της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής που οργανώσανε και χρηματοδοτούν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις. Το γεγονός αυτό εγείρει πολλά ερωτηματικά από τη στιγμή που οι Θηροφύλακες των Κυνηγετικών Οργανώσεων ορκίζονται και ελέγχονται άμεσα από τη Δασική Υπηρεσία και έχουν σαν κύριο ρόλο της εργασίας τους να τη συνεπικουρούν στην πάταξη της λαθροθηρίας. Πόσο μάλλον όταν η Δασική Υπηρεσία δεν έχει να παρουσιάσει το αντίστοιχο έργο στο κατά πολύ μεγαλύτερο διάστημα λειτουργίας της.
ΠΟΙΟΙ ΥΛΟΠΟΙΟΥΝ ΔΡΑΣΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΘΗΡΑΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
  1. Οι Κυνηγετικές Οργανώσεις δαπανούν πάνω από 10.000.000€ ανά έτος για φιλοθηραματικές δράσεις. Οι δαπάνες αυτές ελέγχονται μέχρι το τελευταίο ευρώ από τη Δασική Υπηρεσία.
  2. Μέρος των παραπάνω χρημάτων πηγαίνει στους μισθούς ειδικών επιστημόνων (Δασολόγων, Θηραματολόγων κλπ) που έχουν προσλάβει οι Κυνηγετικές Οργανώσεις με αποτέλεσμα σήμερα να αποτελούν τους μοναδικούς φορείς στην Ελλάδα με άρτια καταρτισμένο προσωπικό αποκλειστικά στη διαχείριση της θήρας και των θηραματικών πληθυσμών.
  3. Αντίθετα οι περιβαλλοντικές οργανώσεις οι οποίες χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους για διάφορες δράσεις, δεν ελέγχονται θεσμικά και δεν κοινοποιούν τα αποτελέσματα τους. Δεν μπορεί επομένως κάποιος, φορέας ή πολίτης να αξιολογήσει το αν πιάνουν τόπο τα χρήματα που παίρνουν με ότι αυτό συνεπάγεται.
  4. Η Δασική Υπηρεσία ακόμη και πριν την οικονομική κρίση της χώρας είχε αναγνωρισμένα ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνικό εξοπλισμό αλλά σήμερα πλέον η απαξίωσή της τείνει να την οδηγήσει σε αδυναμία στοιχειώδους λειτουργίας τουλάχιστον σε θέματα διαχείρισης της θήρας και των θηραματικών πληθυσμών. Εκτός αυτού, οι υπεύθυνοι θήρας των δασαρχείων απασχολούνται σε πολλές περιπτώσεις σε άλλους τομείς παρά στη θήρα στο μεγαλύτερο ποσοστό του χρόνου εργασίας τους. Δεν επιχειρείται επίσης καμία προσπάθεια αναβάθμισης και επιμόρφωσης του ελλιπούς μεν, υπολογίσιμου δε προσωπικού της σε θέματα διαχείρισης άγριας πανίδας.
ΠΟΙΟΙ ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΘΗΡΑΣ
  1. Σε πλήθος ερευνών διαπιστώνεται πως οι κυνηγοί δε θα άλλαζαν τη δραστηριότητα τους με κάποια άλλη. Γεγονός που σημαίνει πως το κυνήγι τους προσφέρει οφέλη (κυρίως ψυχικά) που δεν αντικαθίστανται. Τα παραπάνω ενισχύονται περισσότερο όσον αφορά στους κατοίκους της επαρχίας και των ακριτικών περιοχών τους οποίους δε λαμβάνει ποτέ κανείς υπόψη όταν γίνεται λόγος για «διαχείριση» του φυσικού περιβάλλοντος των περιοχών τους εκ του μακρόθεν.
  2. Τα καταστήματα και οι επιχειρήσεις (κυνηγετικά είδη, κτηνίατροι, πρατήρια υγρών καυσίμων, ξενοδοχεία και ταβέρνες – εστιατόρια, κυνηγετικά έντυπα κλπ) που ζούνε από το κυνήγι θα χάσουν άμεσα τα εισοδήματά τους σε περίπτωση απαγόρευσης ή χρονικού περιορισμού (πχ Φεβρουάριος) της θήρας και μάλιστα σε καιρό οικονομικής ύφεσης.
  3. Στην Αμερική ολόκληρα εθνικά πάρκα συντηρούνται από τα έσοδα της θήρας. Στην Ελλάδα αν και τα ετήσια κονδύλια των που προσθέτουν οι κυνηγοί κάθε χρόνο στον κρατικό προϋπολογισμό δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμα προς αυτήν την κατεύθυνση, παραμένουν διαθέσιμα εν αναμονή υπεύθυνης στάσης από τους αρμόδιους φορείς. Η κατάργηση των εσόδων από τη θήρα θα στερήσει στο μέλλον σημαντικούς πόρους σε περίπτωση που αναληφθούν οι από καιρό αναμενόμενες θεσμικές πρωτοβουλίες για ορθολογική διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος και των θηραμάτων ειδικότερα.
  4. Οι πληθυσμοί των περισσότερων από τα θηραματικά είδη βρίσκονται σε τέτοια αφθονία που προκαλούν σήμερα σημαντικές βλάβες στη γεωργία (αγριοκούνελο, αγριόχοιρος, αγριόχηνες κλπ), ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η πληθυσμιακή τους κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη (αγριοκούνελο). Η απαγόρευση της θήρας αυτών των ειδών θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες καταστάσεις με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες για τους αγρότες για τους οποίους δεν προβλέπονται σχετικές αποζημιώσεις.
ΠΟΙΟΙ ΕΥΝΟΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΘΗΡΑΣ
  1. Κυρίως φορείς και ιδιώτες που επωφελούνται οικονομικά και συναισθηματικά (αντικυνηγετικό μένος – αστική αντίληψη της έννοιας της προστασίας του περιβάλλοντος που ισοδυναμεί με απομόνωση του από τον άνθρωπο) μέσα από τη δημιουργία αναποτελεσματικών περιορισμών θήρας, γεγονός που αποπροσανατολίζει τόσο την κοινή γνώμη όσο και τους αρμόδιους πολιτικούς φορείς για τις πραγματικές απειλές που δέχεται σήμερα η Ελληνική φύση και σχετίζονται κυρίως με την καταστροφή των φυσικών ενδιαιτημάτων.
  2. Οι επίδοξοι καταπατητές που ευνοούνται από την απομάκρυνση των νόμιμων κυνηγών από το φυσικό περιβάλλον οι οποίοι συνήθως καταγγέλλουν τις παράνομες ενέργειες που γίνονται εις βάρος της Ελληνικής φύσης.
ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΕΣ - ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
  1. Οι Κυνηγετικές Οργανώσεις αποτελούν αναγνωρισμένα σωματεία που ελέγχονται και εποπτεύονται απόλυτα στις δράσεις και την οικονομική τους διαχείριση από τη Δασική Υπηρεσία και το εκάστοτε αρμόδιο Υπουργείο, σε αντίθεση με το σύνολο των οικολογικών οργανώσεων που λειτουργούν χωρίς οικονομικό αλλά και επιστημονικό έλεγχο.
  2. Οι κυνηγοί αυτοχρηματοδοτούνται και καταθέτουν σημαντικά κονδύλια στο κράτος κάθε χρόνο ενώ οι περιβαλλοντικές οργανώσεις δαπανούν σημαντικά κονδύλια από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους πληρώνονται για να επεμβαίνουν με αδιαφανείς οικονομικά και επιστημονικά τρόπους στο φυσικό περιβάλλον.
  3. Συγκεκριμένες περιβαλλοντικές ΜΚΟ μέσω νυν και πρώην στελεχών τους διαδραματίζουν πλέον καθοριστικό ρόλο ακόμη και στις νομοπαρασκευαστικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη διαχείριση της θήρας και των θηραματικών πληθυσμών χωρίς όμως να έχουν την απαραίτητη κατάρτιση και γνώση και κυρίως χωρίς ποτέ να έχουν συνεργαστεί με τις Κυνηγετικές Οργανώσεις και χωρίς ποτέ να έχουν προτείνει κάτι θετικό για τη θήρα ή να έχουν αναγνωρίσει τις τεράστιες προσπάθειες που καταβάλλουν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις για τη διαφύλαξη και την ορθή διαχείριση των θηραματικών πληθυσμών της χώρας.
ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΗΡΑ
  1. Ευρωπαίος Επίτροπος για το Περιβάλλον έχει δηλώσει στο παρελθόν πως το κυνήγι δεν αποτελεί το πρόβλημα, αλλά μέρος της λύσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων.
  2. Η θήρα αποτελεί συμβατή δραστηριότητα με την προστασία του περιβάλλοντος και δεν υπάρχει γενικό τεκμήριο εναντίον της ούτε στις περιοχές του δικτύου Natura ούτε στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) σύμφωνα με τα οριζόμενα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
  3. Σε εθνικό αλλά και Ευρωπαϊκό επίπεδο, σε όλα τα επιστημονικά εγχειρίδια που διδάσκονται στις σχετικές με τη διαχείριση της άγριας ζωής πανεπιστημιακές σχολές, το κυνήγι αναφέρεται ως μέσο διαχείρισης των θηραματικών πληθυσμών.
  4. Η Ε.Ε. χαναγνωρίζει στα επίσημα έγγραφά της πως η άσκηση της θήρας ισοδυναμεί με διατήρηση και προστασία των φυσικών ενδιαιτημάτων σε μια περιοχή, η οποία με τη σειρά της ισοδυναμεί-σχετίζεται άμεσα με τη διατήρηση και προστασία της βιοποικιλότητας. Δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να αντιληφθεί πως οι κυνηγοί είναι από τις ελάχιστες ομάδες χρηστών που επιθυμούν τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος ως έχει γιατί αλλιώς δεν μπορούν να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους.
  5. Η Διεθνής Ένωση για την Προστασία της Φύσης (IUCN) προκρίνει τη διαχείριση/διατήρηση μέσω της ορθής χρήσης και όχι μέσω των αναίτιων και αποδεδειγμένα αναποτελεσματικών απαγορεύσεων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  1. Η θήρα στην Ελλάδα αποτελεί αρχέγονη δραστηριότητα που συνδέει τον άνθρωπο με τη φύση μέσα από την αειφόρο κάρπωση των θηραμάτων τα οποία αποτελούν ανανεώσιμο φυσικό πόρο. Κανένα θηραματικό ή άλλο είδος δεν απειλείται πληθυσμιακά από το νόμιμο κυνήγι.
  2. Η διάρθρωση των Κυνηγετικών Οργανώσεων σε συνδυασμό με το θεσμοθετημένο έλεγχο που τους ασκείται από τη Δασική Υπηρεσία και το εκάστοτε αρμόδιο Υπουργείο, αποτελούν εγγύηση για το γεγονός πως αν υπάρξει πολιτική βούληση, οι κυνηγοί μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμους συνεργάτες στη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος και στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων.
  3. Θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα διαρκείς μελέτες για την πληθυσμιακή κατάσταση όλων των ειδών της Ελληνικής πανίδας και τον εντοπισμό των απειλών που αντιμετωπίζουν καθώς και δράσεις για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Δε νοείται να μιλάμε για προστασία θηραμάτων ή άλλων ειδών της Ελληνικής πανίδας σήμερα όταν καταστρέφουμε συστηματικά και με την ανοχή ή συμμετοχή της πολιτείας τα φυσικά ενδιαιτήματα τους.
  4. Η διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος από ανθρώπους που ζούνε μακριά από αυτό και χωρίς τη συμμετοχή των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά στην ύπαιθρο είναι καταδικασμένη να αποτύχει όπως αναγνωρίζει και η ΕΕ στα σχετικά έγγραφά της.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
  1. Η συνεργασία των αρμόδιων φορέων με τους κυνηγούς για τη διαχείριση των θηραμάτων αλλά και του περιβάλλοντος γενικότερα, αποτελεί μονόδρομο για την ορθολογική άσκηση της θήρας, την πάταξη της λαθροθηρίας, την κατάρτιση και εκπαίδευση των κυνηγών και τη διαχείριση των θηραμάτων στην Ελλάδα. Τόσο η επιστημονική όσο και η εμπειρική γνώση που έχουν οι κυνηγοί, αποτελούν ανεκμετάλλευτα μέχρι στιγμής εφόδια.
  2. Η κατά χρόνο και τόπο διαχείριση των θηραμάτων μέσα από περιορισμούς θήρας πρέπει να προσαρμόζεται στο εκάστοτε θήραμα και όχι να εκδίδονται γενικόλογες και ατεκμηρίωτες απαγορεύσεις όπως γίνεται σήμερα.
  3. Το δικαίωμα της άσκησης της θήρας στην Ελλάδα να τεκμηριωθεί επιστημονικά και να κατοχυρωθεί θεσμικά έτσι ώστε να μην εξαρτάται από φορείς και ιδιώτες που έχουν ταχθεί με άγνοια, ίδιο όφελος ή εμπάθεια ενάντια στο κυνήγι.
  4. Να παραμείνει ως έχει η διάρκεια θήρας όλων των θηραμάτων με εξαίρεση τα υδρόβια των οποίων η περίοδος θήρας να επεκταθεί μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου μέχρι να υπάρξουν αξιόλογες και επιστημονικά αποδεκτές μελέτες που να προσδιορίζουν τη φαινολογία της μετανάστευσης των πουλιών από την οποία καθορίζεται και η περίοδος θήρας τους με βάση τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες.
  5. Να επιτρέπεται γενικά η θήρας στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας και οι όποιες απαγορεύσεις να γίνονται ειδικά και μετά από σχετική επιστημονική τεκμηρίωση
  6. Να σταματήσει η παράλογη και αντιεπιστημονική ταύτιση της νόμιμης θήρας με τη μείωση της βιοποικιλότητας η οποία αποπροσανατολίζει πολιτικούς και πολίτες και κρύβει τις πραγματικές απειλές για τη βιοποικιλότητα

Η έλλειψη συντονισμού και προγράμματος, αποτελεί τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, βασικό γνώρισμα στη θεσμική προσέγγιση των περιβαλλοντικών ζητημάτων τη χώρας μας. Οι αρμόδιες Υπηρεσίες κατακερματισμένες και ανοργάνωτες, δεν επαρκούν για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος στην πράξη και διάφορες οργανώσεις, θεσμικές (Φορείς Διαχείρισης) και μη (Περιβαλλοντικές Οργανώσεις) ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, διεκδικώντας κονδύλια και προσδοκώντας να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στα τεκταινόμενα, χωρίς όμως να υπόκεινται σε κάποιο θεσμικό οικονομικό ή επιστημονικό έλεγχο.

Άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι η συνεχής υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της Ελλάδας μέσα από τις πυρκαγιές, τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, τη μόλυνση των υδάτων την καταστροφή των ενδιαιτημάτων, την παράνομη δόμηση, τη λαθροθηρία, λαθραλιεία, λαθροϋλοτομία και τις αγοραπωλησίες λιμνών (Βιστωνίδα) και άλλων ευαίσθητων οικολογικά περιοχών (Κρήτη), με σκοπό την «τουριστική» τους αξιοποίηση που συνήθως ισοδυναμεί στη χώρα μας με την καταστροφή τους.

Από τις ομάδες ανθρώπων που καρπώνονται χωρίς οικονομικό κέρδος κάποιον ανανεώσιμο φυσικό πόρο οι κυριότερες είναι οι ερασιτέχνες αλιείς, οι κυνηγοί, οι συλλέκτες μανιταριών, καρπών και βοτάνων, και οι ερασιτέχνες μελισσοκόμοι.

Από αυτές, η μόνη ομάδα η οποία διαρθρώνεται διοικητικά και ελέγχεται θεσμικά είναι αυτή των κυνηγών. Οι Έλληνες Κυνηγοί, 220.000 στον αριθμό έχουν οργανωθεί σε Κυνηγετικούς Συλλόγους (σε επίπεδο νομού), σε Κυνηγετικές Ομοσπονδίες (σε επίπεδο Περιφέρειας) και στην Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος (επικράτεια).

Η παραπάνω διάρθρωση, σε συνδυασμό με τα ετήσια έσοδα από την ανανέωση των αδειών θήρας, έδωσε τη δυνατότητα στις Κυνηγετικές Οργανώσεις να στελεχωθούν με επιστήμονες ειδικευμένους στη διαχείριση της άγριας πανίδας και να συστήσουν το Σώμα της Θηροφυλακής, το οποίο αριθμεί σήμερα πλέον των 400 Θηροφυλάκων. Οι θηροφύλακες των Κ.Ο. χρηματοδοτούνται και εξοπλίζονται με αυτοκίνητα και ρουχισμό από τις Κυνηγετικές Οργανώσεις, ορκίζονται όμως στις κατά τόπους Δασικές Υπηρεσίες από τις οποίες και ελέγχονται και τις οποίες συνεπικουρούν στο δύσκολο έργο της πάταξης της λαθροθηρίας.

Σε ότι αφορά τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν, οι Κυνηγετικές Οργανώσεις εποπτεύονται θεσμικά και ελέγχονται οικονομικά από τις κατά τόπους Διευθύνσεις Δασών. Ο παραπάνω έλεγχος σε συνδυασμό με την καταστατική τους υποχρέωση να δαπανούν τουλάχιστον το 50% των εσόδων τους σε φιλοθηραματικές δράσεις κατατάσσει σήμερα τις Κυνηγετικές Οργανώσεις πρώτες και μοναδικές όσον αφορά στα χρήματα που έχουν επενδύσει για τη διατήρηση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας. Αντίθετα, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και οι θεσμοθετημένοι φορείς, δαπανούν σημαντικά κονδύλια από Εθνικούς ή Ευρωπαϊκούς πόρους, χωρίς όμως να έχουν να επιδείξουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα.

Παρόλα τα παραπάνω, το κυνήγι στην Ελλάδα αυτές τις μέρες διώκεται με κυριότερη αιτία την έλλειψη ουσιαστικής διαχείρισης από πλευράς της θεσμικά αρμόδιας Δασικής Υπηρεσίας, το αντικυνηγετικό μένος κάποιων Μ.Κ.Ο. και την έλλειψη πολιτικής βούλησης για ουσιαστικές δράσεις προστασίας , βασισμένης σε στοιχεία και μελέτες που όφειλε να συγκεντρώνει το κράτος μέσω των αρμόδιων Υπουργείων σχετικά με την αφθονία των θηραματικών πληθυσμών.

Το ενδεχόμενο των αναμενόμενων περικοπών τόσο σε χρόνο, όσο και σε τόπο για το κυνήγι στην επόμενη κυνηγετική περίοδο θα σηματοδοτήσει

  1. Διαφυγόντα κέρδη από τα καταστήματα και τις υπηρεσίες που στηρίζουν τα έσοδά τους άμεσα ή έμμεσα στους κυνηγούς.
  2. Αίσθημα περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως είναι η επαφή με τη φύση και η αειφόρος κάρπωση των θηραμάτων σε 220.000 Έλληνες πολίτες.
  3. Επιβεβαίωση του φόβου πως η «πράσινη ανάπτυξη» και η προστασία της φύσης, εκλαμβάνεται από τους αρμόδιους ως απομόνωσή της από τους Έλληνες πολίτες και παράδοσή της άνευ όρων και ελέγχου στα οργανωμένα συμφέροντα.
  4. Ανάδειξη συγκεκριμένων Μ.Κ.Ο. οι οποίες όπως αναφέρθηκε δεν υπόκεινται σε κανένα θεσμικό οικονομικό ή επιστημονικό έλεγχο, σε βασικό συνομιλητή με κυρίαρχο ρόλο στη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας το οποίο υπενθυμίζεται πως αποτελεί δημόσιο αγαθό και όχι πεδίο για εύκολο κέρδος και επικοινωνιακούς πειραματισμούς.

Με βάση τα παραπάνω προκαλεί έντονη απογοήτευση αλλά και οργή η κατάσταση ομηρίας στην οποία έχει περιέλθει το φυσικό περιβάλλον και η θήρα στην Ελλάδα, καθώς και η απουσία προσέγγισης από πλευράς Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προς τις Κυνηγετικές Οργανώσεις στα πλαίσια της διαχείρισης της θήρας και των θηραματικών πληθυσμών.

Αρκεί μία ανάγνωση των όσων ορίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το περιβάλλον σχετικά με τη θήρα για να αντιληφθεί κανείς αν και κατά πόσο το κυνήγι αποτελεί απειλή για τη βιοποικιλότητα, αν επιτρέπεται ή όχι να έχει ένα κράτος μέλος κλιμακωτή λήξη της περιόδου θήρας και για το αν αρκούν τα στοιχεία μίας ετήσιας μελέτης για να αφαιρεθεί ένας μήνας από την επόμενη κυνηγετική περίοδο και συγκεκριμένα ο Φεβρουάριος, όπως αξιώνουν χωρίς τεκμηρίωση διάφορες ΜΚΟ με πρωτεργάτη την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία που στις περισσότερες περιπτώσεις τελούν υπό καθεστώς πλήρους άγνοιας τόσο για τη βιολογία όσο και για τη διαχείριση των Θηραμάτων, παρόλα αυτά εκφέρουν άποψη για αυτά, γεγονός που αποδεικνύει πως εκμεταλλεύονται το περιβαλλοντικό ζήτημα της χώρας για ίδιο όφελος.